επεμβολή

ἐπεμβολή, η (AM) [επεμβάλλω]
μσν.
μπόλιασμα δέντρου
αρχ.
παρεμβολή.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐπεμβολή — insertion fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπεμβολῇ — ἐπεμβολέω pres subj mp 2nd sg ἐπεμβολέω pres ind mp 2nd sg ἐπεμβολέω pres subj act 3rd sg ἐπεμβολή insertion fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπεμβολαῖς — ἐπεμβολή insertion fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπεμβολαί — ἐπεμβολή insertion fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπεμβολήν — ἐπεμβολή insertion fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπεμβολάς — grafted fem nom sg ἐπεμβολά̱ς , ἐπεμβολή insertion fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπεμβολῆς — ἐπεμβολέω pres ind act 2nd sg (doric) ἐπεμβολή insertion fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπεμβολῶν — ἐπεμβολέω pres part act masc nom sg (attic epic doric) ἐπεμβολή insertion fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.